Ο Θεόδωρος Λασκαρίδης, το φονικό μοιραίο βόλι και… «Κάτω οι πόλεμοι! Κάτω οι πατρίδες!»

[…]Ο Θ. Λασκαρίδης γεννήθηκε το 1895 στη Βουλγαρία, επιστρατεύτηκε κατά τον Α΄ Π.Π. (1916) στον βουλγαρικό στρατό στο μακεδονικό μέτωπο, λιποτάκτησε στους σέρβους, βασανίστηκε, δραπέτευσε από στρατόπεδο αιχμαλώτων και κατέφυγε στην Ελλάδα. Από το 1918 ήταν αρχισυντάκτης του Ριζοσπάστη. Η πολεμική περιπέτεια του είχε προκαλέσει ψυχικό κλονισμό[…]
[…]Ο Λασκαρίδης ήταν μέλος του ΣΕΚΕ (του προγόνου του ΚΚΕ) από το 1919, αλλά, λόγω της ενασχόλησης με τον Ριζοσπάστη (που δεν ήταν ακόμη όργανο του κόμματος), δεν πρέπει να είχε έντονη συμμετοχή στην κομματική ζωή. Συμμετείχε, πάντως, στον δημόσιο διάλογο για την αποδοχή ή όχι των 21 όρων της 3ης Διεθνούς (ήταν εναντίον) και οι υποτιμητικές αναφορές του σε όσους πουλούν πολυμάθεια παραπέμποντας «τους απαιδεύτους ως επί το πλείστον συντρόφους εις διαφόρους σοφάς βέδας» ανάγκασε την ΚΕ του Κόμματος να εκφράσει, μέσω του Γ. Κορδάτου, «λύπην και μομφήν» — σύσταση στην οποία ο Λασκαρίδης ανταπάντησε ότι δουλειά της Κ.Ε. δεν είναι να δίνει μαθήματα καλής συμπεριφοράς! […]

Διαβάστε το εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο του Νίκου Σαραντάκου στο blog του ή στα «Ενθέματα» της εφημερίδας «ΑΥΓΗ».

Ενδεικτικό το παρακάτω αντιπολεμικό διήγημα του Θ. Λασκαρίδη:

Λιποτάκτης, του Θ. Λασκαρίδη

Ο στρατός υποχωρεί σ’ όλο το μέτωπο. Οι τηλεφωνικές γραμμές κατεστράφησαν. Τα νοσοκομεία, τα άλογα, οι αποθήκες μεταφέρονται όλα με μια αφάνταστη παραζάλη προς τα οπίσω, προς το Ντόμπρο Πόλιε. Έφυγε η σημαία του 11ου συντάγματος –που ανήκω– έφυγε κι εκείνη τυλιγμένη μέσα σε μια μουσαμαδένια θήκη. Την συνοδεύουν πέντε στρατιώτες μ’ έναν ανθυπασπιστή, που πετούν απ’ τη χαρά τους, γιατί με το να ορισθούν φρουρά ενός παλιοκούρελου, γλιτώνουν από βέβαιο θάνατο. Τα πρόχειρα δυο μικρά νοσοκομεία του συντάγματος, που έφυγαν, δεν επήραν μαζί τους και τους βαριά πληγωμένους. Ένας έχει συρθεί σχεδόν πάνω απ’ το χαράκωμα που βρίσκουμαι και μου ζητάει νερό. Είναι κάποιος γνωστός μου χωρικός. Κομμάτια οβίδες τού έχουν μισοβγάλει τα έντερα, που τα κρατεί με τα δυο του χέρια… Είναι το μόνο στήριγμα, ο δυστυχής, μιας οικογένειας με έξι παιδιά. Θέλει νερό. Κλαίει και μ’ ερωτά με μια φωνή που δεν έχει πια τίποτε το ανθρώπινο. «Πότε θα ξαναγυρίσουν οι νοσοκόμοι να με πάρουν;» Τον είχαν ξεγελάσει, εγκαταλείποντάς τον, πως θα ξαναγυρίσουν να τον πάρουν. Κι όσο η ώρα περνά κι όσο πλακώνει το μούχρωμα, τόσο η αγωνία του ετοιμοθάνατου μεγάλωνε, και τον ακούω να κλαίει, να βογγά, να μουγγρίζει, σαν ζώο που το σφάζουν. Ο μόνος γιατρός που έμεινε ακόμη στην πρώτη γραμμή, ακούει τα βογγητά και σκυφτά έρχεται σιμά μου για να τον ιδεί. Κουνάει απελπιστικά το κεφάλι, βγάζει το ρεβόλβερ του και, χωρίς ο χωρικός να το νιώσει, το βάζει στα μηνίγγια του και τραβάει τη σκανδάλη.

Παγωμένος απ’ τη φρίκη, παρακολουθώ τη σκηνή. Ο γιατρός αποτελείωσε το έργο της εχθρικής οβίδος…. Κάποιοι άλλοι τραυματισμένοι βογγούν άγρια λίγο παρακάτω. Ο γιατρός βγάζει το κεφάλι του απ’ τα χαρακώματα για να ιδεί αν μπορεί να τους σκοτώσει κι αυτούς, αλλά μια σερβική σφαίρα τον βρίσκει στο κεφάλι και πέφτει μέσα στο χαράκωμα, επάνω μου, χωρίς να βγάλει μιλιά.

Το τελευταίο κανόνι που μας υπερασπίζει, ένα μικρό ορεινό, σπάει από μια οβίδα που το κάνει κομμάτια. Είμαστε πια ανυπεράσπιστοι, χωρίς χειροβομβίδες, χωρίς κανόνια, χωρίς τουφέκια. Ο ανθυπασπιστής μάς δίνει κουράγιο, ενώ κι ο ίδιος τρέμει. «Θάρρος, παιδιά, αυτή τη νύχτα μονάχα κι αύριο φθάνει ο Μάκενζεν με δέκα μεραρχίες».

Έτσι μας λέει. Οι δυστυχείς χωρικοί πιστεύουν στα λόγια του και σιγά σιγά ξεπαστρεύονται ένας-ένας απ’ τα σερβικά μυδραλιοβόλα, τις γρενάδες και τις οβίδες…

Είμαι χωμένος μέσα στη λάκκα, μη δυνάμενος πια ούτε να σκεφθώ. Ο φόβος μ’ έχει παγώσει. Η σκέψις μου έχει σταματήσει… Περιμένω από στιγμή σε στιγμή το μοιραίο βόλι, που μόνο αυτό θα μπορούσε να με ξεκουράσει… Θέλω μόνο να μην πονέσω… Να πεθάνω χωρίς να καταλάβω… Ο σερβικός προβολεύς σε λίγο φωτίζει το βουνό· φωτίζουν για να ιδούν πού είμαι και να με σκοτώσουν, φαντάζομαι… και κλείνω τα μάτια μου, προσμένοντας να σφυρίξει πλάι μου η οβίδα… Μάταια όμως… Έξαφνα παύει κάθε βοή. «Θα ετοιμάζονται –σκέφτομαι– για επίθεση με τις λόγχες». Ανατριχιάζω νιώθοντας μια λόγχη να με σουβλίζει… Αλλά και πάλι τίποτε…

Νέκρα βασιλεύει στ’ αντικρινά μας χαρακώματα. Παίρνω θάρρος κι όλο το μίσος που νιώθω εναντίον της περίφημης αυτής «πατρίδας» και του «νόμου», που μ’ έφερε αντίκρυ στους Σέρβους και τους Γάλλους για να σφάξω και να με σφάξουν, του νόμου που μ’ έκανε κτήνος, ξεσπά σε μια βρισιά που βγαίνει ασυναίσθητα απ’ το στόμα μου…

Ο ανθυπασπιστής μ’ ακούει να βρίζω την «πατρίδα» και μου κάνει παρατήρηση. Μη βρίσκοντας απ’ τη λύσσα λέξη να του απαντήσω, τον μουντζώνω με τα δυο μου χέρια, ενώ απ’ το στόμα μου βγαίνουν αφροί… Είμαι τρελός πια… Δεν αισθάνομαι τι κάνω. Τσαλαπατώ το πηλήκιό μου… βρίζω τον Τσάρο…[1]

Οι άλλοι στρατιώτες φωνάζουν κι αυτοί…

Ο ανθυπασπιστής ορμά επάνω μου φωνάζοντας: «Επαναστάτησε… τρελάθηκε… δέστε τον…»

Οι στρατιώτες τον ακολουθούν σαν κτήνη. Βλέπω πως χάνουμαι, βλέπω πως θα με σκοτώσουν, κι ασυναίσθητα πηδώ έξω απ’ το χαράκωμα ολόρθος, αντίκρυ στα σερβικά χαρακώματα, που είναι δέκα βήματα κοντά. Δυο-τρεις σφαίρες σφυρίζουν γύρω μου, που τις ρίχνουν οι Βούλγαροι…

Ο σερβικός προβολεύς φωτίζει εκείνη τη στιγμή όλο το βουνό. Οι παλικαράδες που ήθελαν να με δολοφονήσουν μέσα στο χαράκωμα κρύβονται τώρα. Οι Σέρβοι ορθοί αντίκρυ με καλούν.

Στέκομαι ανάμεσα στις δυο εχθρικές γραμμές, με ξεσχισμένα τα ρούχα, χωρίς πηλήκιο, χωρίς όπλο, μ’ αφρούς στο στόμα και κραυγάζω:

«Κάτω οι πόλεμοι. Κάτω οι πατρίδες!»

Ύστερ’ από λίγη ώρα, σ’ ένα σερβικό νοσοκομείο, ένας γλυκομίλητος γιατρός μού βάζει κομπρέσες στο κεφάλι.

Θ. Λασκαρίδης

Δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη, την Τρίτη 24.11.1920, πρωτοσέλιδα. Υπέρτιτλος: «Βουλγάρικη ζωή». Κάτω από τον τίτλο: του Π. Σλαβέικοφ. Υπογραφή: Θ. Λασκαρίδης

Σημειώσεις:
[1] Εννοεί τον Τσάρο της Βουλγαρίας Φερδινάνδο τον 1ο.

Advertisements

About freesyndicate

ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΡΙΞΗ ΜΙΑΣ ΑΝΟΙΚΤΗΣ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ, ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
This entry was posted in πολίτης, αντιπολεμική δράση, αντιφασισμός, ιστορία and tagged , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Ο Θεόδωρος Λασκαρίδης, το φονικό μοιραίο βόλι και… «Κάτω οι πόλεμοι! Κάτω οι πατρίδες!»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s