
20 Απρίλη 1912- 20 Απρίλη 2012: Εκατό χρόνια από την πρώτη μεγάλη απεργία στην Αμερική που οδήγησε στην δολοφονία του Lοuis Tikas (Ηλία Σπαντιδάκη)
«Working Class Hero is Something to Be», John Lennon
Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ανάμεσα στον κόσμο που ξεπέζευε στο πολύβουο λιμάνι της Νέας Υόρκης, υπήρξε και ένας έλληνας από το Ρέθυμνο που έμελλε να γράψει με τραγικό τρόπο (πως αλλιώς;) το όνομά του στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Τον έλεγαν Λούη Τίκα.
Η ιστορία του Τίκα δεν αξίζει υπενθύμισης απλά ως μια ατομική βιογραφία ενός «συμπατριώτη μας μετανάστη» αλλά ως μια ρωγμή που αποκαλύπτει, με τις διαφορές και τις αναλογίες κάθε τόπου κι εποχής, τις ποικυλώνυμες δυναμικές που αναπτύσσονται κάθε φορά που ένας άνθρωπος «συνομιλεί» με την συνείδησή του από την μια και με την όποια φαύλη εξουσία από την άλλη.
Ακόμη γιατί στις λεπτομέρειες της αποκαλύπτει πως το «ομόαιμον» ή το «ειρηνικόν» είναι (για τους κυρίαρχους) ιδεολογήματα που ενώ τα χειραγωγούν κατά το δοκούν, τα καταπατούν πρώτοι όταν τα πιο ποταπά, τα υλικά συμφέροντα τους, το επιτάσσουν.
Ο Τίκας, γεννημένος στην Λουτρά Ρεθύμνου το 1886, μεταναστεύει σε ηλικία 20 ετών στις ΗΠΑ, όπου ορκίζεται στα 1910 Αμερικανός πολίτης ανοίγοντας καφενείο στην οδό Μάρκετ του Ντένβερ, σε μια εργατική γειτονιά (που μετεξελίχθηκε σε Greektown) η οποία «φιλοξενούσε» (απέναντι μάλιστα από το μαγαζί του) τα γραφεία της τοπικής οργάνωσης των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW-Wobblies).
Το άδικο του κόσμου
Όπως έχει γραφτεί «ο Τίκας δεν ήταν συνειδητός ριζοσπάστης. Οι ενέργειές του ξεκινούσαν από το παραδοσιακό ελληνικό φιλότιμο. Και ο κόσμος γύρω του είχε ανάγκη από φιλότιμο». Αντιγράφω από την βιογραφία του Τίκα:
Οι Έλληνες του Κολοράντο βρίσκονταν στο έλεος των εταιριών και των αφεντικών. Την εποχή που ο Λούης Τίκας έφτασε στο Ντένβερ, το μεγάλο αφεντικό ήταν ο Λεωνίδας Σκλήρης, από τη Σπάρτη, ένα είδος εργατοπατέρα που έλεγχε τους Έλληνες εργάτες όχι μόνο στο Κολοράντο αλλά στη Γιούτα και τη Νεβάδα. Τους εύρισκε δουλειά στα ορυχεία με συνθήκες μεσαιωνικές και αμοιβές χειρότερες από των άλλων εθνοτήτων.
Οι «Έλληνες του Σκλήρη» εργάζονταν για $1,75 την ημέρα ενώ οι Γερμανοί και οι Ουαλοί έπαιρναν $2,50. Η κατάσταση στα ορυχεία ήταν όντως μεσαιωνική. Από το 1910 ως το 1913, 618 ανθρακωρύχοι είχαν χάσει τη ζωή τους σε εργατικά ατυχήματα. Τα ημερομίσθια ήταν τόσο χαμηλά ώστε πολλές οικογένειες ικανοποιούνταν με τις «αποζημιώσεις θανάτου» που έφταναν τα εφτακόσια δολάρια (χώρια το φέρετρο των είκοσι δολαρίων).
Ανάμεσά τους δούλευαν 350 περίπου Έλληνες. Η δουλειά τους ήταν πολύ σκληρή, με αποτέλεσμα σε δυο χρόνια να υπάρχουν 13 θάνατοι Ελλήνων και πολλοί τραυματισμοί.
Επίσης, ήταν κακοπληρωμένη και γινόταν μεγάλη εκμετάλλευση από τις εταιρίες σε βάρος των εργατών. Σπίτια και καταστήματα ανήκαν στην εταιρία των ορυχείων, η οποία κοστολογούσε τη χρήση και τα ψώνια 25 % ακριβότερα από την ελεύθερη αγορά. Επιλογή άλλη δεν υπήρχε, αφού οι εργάτες ήταν υποχρεωμένοι να κατοικούν και να ψωνίζουν από την εταιρία, η οποία τους πλήρωνε σε κουπόνια ανταλλάξιμα μόνο στα ταμεία των δικών της καταστημάτων.
Ο Τίκας εγκατέλειψε το καφενείο και στα 1912 οργανώνει τους 63 Έλληνες που κατέβηκαν πρώτοι σε απεργία, εν μέσω απίστευτων εκφοβισμών αφού δεν υπήρχε κράτος δικαίου και κάθε συνδικαλιστική ενέργεια λασπώνονταν και διώκονταν, στα ορυχεία-σκλαβοπάζαρα, στο Φρέντερικ του Κολοράντο. Μη ανεχόμενος την εκμετάλλευση και την αδικία αλλά κι έχοντας το θάρρος και την οργανωτικότητα που απαιτείται όποτε τα βάζεις μαζί τους, ήρθε σε επαφή με την «Ένωση Ανθρακωρύχων Αμερικής» (United Mine Workers of America), κι άρχισε, περιοδεύοντας στις ανθρακοφόρες περιοχές του Ντένβερ και του Πουέμπλο, να συγκεντρώνει στατιστικά στοιχεία για ατυχήματα και τραυματισμούς καθώς και για την πολιτική των εταιριών και τη συμπεριφορά των υπευθύνων σε κάθε (κυριολεκτικά εκείνα τα χρόνια) τομέα της ζωής των εργατών-σκλάβων, τονίζοντας πως αν οι συνθήκες δεν αλλάξουν θα ξεκινήσει «βιομηχανικός πόλεμος».
«Working Class Hero is Something to Be», John Lennon

αβάστε όλο το άρθρο →













































